Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Λογοτεχνούπολη, ένα νέο eshop

Με το τέλος του καλοκαιριού και τον... αγχωτικό Σεπτέμβρη προ των πυλών, είναι έτοιμο και το ηλεκτρονικό κατάστημα του βιβλιοπωλείου Λογοτεχνούπολη. Το φυσικό βιβλιοπωλείο λειτουργεί στου Ζωγράφου εδώ και μερικούς μήνες. To eshop είναι εύχρηστο και ελκυστικό, με πολλά προϊόντα, τόσο σε τίτλους βιβλίων, όσο και σε σχολικά. Αξιοσημείωτες είναι και οι προσφορές του καταστήματος.

Καλή περιήγηση.

Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος συνομιλεί με αναγνώστες του Γκιακ

Την Παρασκευή 20/5 στις 21.00 το βράδυ ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος θα βρίσκεται στο βιβλιοπωλείο Λογοτεχνούπολη, Στρ. Μακρυγιάννη 51, Ζωγράφου για να συνομιλήσει με αναγνώστες του Γκιακ, του βιβλίου που βραβεύτηκε και έκανε ιδιαίτερη αίσθηση την χρονιά που πέρασε.

Είσοδος ελεύθερη. Απαραίτητη η τηλεφωνική κράτηση θέσεων στο 210 7752311. 

Μία από τις πολλές κριτικές του Γκιακ εδώ.


Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Τάσος Λειβαδίτης - Δύο ποιήματα για το φεγγάρι



10 Αυγούστου σήμερα και έχουμε τη μεγαλύτερη Πανσέληνο του χρόνου, μια Πανσέληνο που απ' όπου κι αν τη δεις, ακόμα και από το μπαλκόνι του σπιτιού σου, σε μαγεύει με τη μεγαλοσύνη της και σου ξυπνάει τις ποιητικές και ρομαντικές σου φλέβες. Τα ποιήματα που επέλεξα, παρόλα αυτά, δεν είναι ρομαντικά αλλά μελαγχολικά. Είναι από την ποιητική συλλογή Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου του Τάσου Λειβαδίτη.


Το άστρο του ταξιδιώτη



Από ένα χαμένο όνειρο εμείς έπρεπε να φτιάξουμε έναν 

          δρόμο για να συναντηθούμε

κι όταν μας τέλειωσαν τα δάκρυα στείλαμε τα πουλιά στους

          πεθαμένους φίλους μας

χιόνιζε, φυσούσε αέρας και χτίσαμε το σπίτι μας με λίγη

          λησμονιά

κι απ' όλες τις τύχες προτιμήσαμε εκείνη του ταξιδιώτη που

          δεν ξέρει το άστρο του πού τον οδηγεί

ώσπου εξαγνιστήκαμε όπως αυτοί που έχουν πεθάνει εδώ 

          και χρόνια



Ω ελπίδες της νιότης μας μείνατε στη μέση του δρόμου. 

          Εμείς συνεχίσαμε

και να που φτάσαμε απόψε εδώ σ' αυτόν τον άγνωστο τόπο,

          χωρίς αποσκευές, μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι. 



Πανσέληνος στο ταχυδρομείο 

Ένα βράδυ στεκόμουν έξω απ' το ταχυδρομείο μιας άγνωστης πόλης. Τι γύρευα εδώ και σε ποιον θα' στελνα αυτό το μεγάλο γράμμα που κρατούσα; Απ' τον αντικρινό λόφο τότε φάνηκε η πανσέληνος θυμίζοντάς μου πως δεν είμαι πια νέος. Ύστερα μπήκα σε μια στοά όπου άνθρωποι φτωχοί πουλούσαν δαντέλες πολυκαιρισμένες, στο βάθος μια λάμπα γκαζιού κάτι σιγοψιθύριζε - ίσως στίχους του Μυλόζ. 
Περιπλανήσεις μες στην οικειότητα του φθινοπώρου και τη ραγισμένη ευωδιά της νύχτας - ήμουν πολύ έρημος για έναν τόσο μεγάλο ουρανό, πολύ άρρωστος για να θέλω να ξεχάσω, ω τραίνα που με προσπεράσατε, γυναίκες που δεν με προσέξατε, η Τερέζα γερασμένη τώρα δεν είχε πια εραστές και κοιμόταν μες στους αμάραντους, ενώ η μητέρα χαμογελούσε λυπημένα με δυο δόντια μόνο 
                                                            στο βάθος του κόσμου. 

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Ποιήματα για το καλοκαίρι και τον Αύγουστο

 
Πίνακας της Μαρίας Φιλοπούλου (Bather III)


Μαζί με τις ευχές μου για καλό μήνα και καλές διακοπές (αν είστε κι εσείς απ' αυτούς που πηγαίνουν διακοπές με τους πολλούς, δηλαδή τον Αύγουστο), μάζεψα εδώ μερικά καλοκαιρινά ποιήματα, για να μας δροσίζουν και να μας μεταφέρουν τις όμορφες εικόνες τους. Γιατί, είναι αλήθεια ότι ο Αύγουστος, θες η πανσέληνος, θες η νωχελικότητά του, θες η ανεπαίσθητη μελαγχολία του καθώς μικραίνει η μέρα και το τέλος του καλοκαιριού μοιάζει κοντινό, είναι από τους πολύ ποιητικούς μήνες.

"Καλοκαίρι" του Τάσου Λειβαδίτη

Ένα πουλί κάθησε πάνω στα κάγκελα του κήπου, κάτι είπε στην κοπέλα της βεράντας, αλλά εκείνη δεν άκουσε. Βούιζε ο κόσμος από τα τζιτζίκια. 
Και τότε σκέφτηκα πως αυτή τη σκηνή θα τη θυμηθώ κάποτε, ύστερα από χρόνια, και θα κλάψω απαρηγόρητος. 

(Από την συλλογή Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου)

"Εξοπλισμός θερινών αναγκών" της Κικής Δημουλά

Κάτι ορθάνοιχτα παράθυρα
ανεβάζουν καλοκαίρι με το γερανό της μύγας.

Μετρώ και λείπουνε μιά δυό συλλαβές του
και το πόδι του λάμδα σπασμένο
Κουνιότανε από πέρυσι.

Τώρα που θα καθίσει τόση ελάττωση
κι όλη η συνοδεία των ευνούχων της.
Πάντως είναι στέρεο το ελαττούμενο
σηκώνει τόνους άλγη. Κάτσε άφοβα.

Καλού κακού θα προσθέσω στον κατάλογο
μια ξαπλώστρα εις αντικατάστασιν
του σπασμένου λάμδα.

Χρειάζομαι επίσης
Τρανζιστοράκι κολλητό στ’ αυτάκια των κυμάτων
ν’ ακούνε μουσική από σταθμούς πειρατικούς της άμμου.
Ένα τραγούδι ευσυγκίνητο κομίζει συλλαβές
ίδιες σχεδόν μ’ αυτές που βρέθηκαν να λείπουν από
το καλοκαίρι και παραπανίσιες μάλιστα. Μην τύχει
να θυμηθείς και άλλους. Να έχουν να καθίσουν.

Γυαλιά απορροφητικά, μη θυμηθώ περισσότερους.
Αν και φορώ πότε πότε καπνούς επαφής.

Καπέλο για τον ήλιο
παρόλο που δεν καίει όπως τότε
που ήσουν μέρα νύχτα εφευρέτης του.
Να δοκιμάσω από περιέργεια ένα έγκαυμα παλιό
να δω αν ξεφλούδισε ο τρελός
έρωτας της πλάτης μου για δαύτο.

Μαγιό καινούργιο –πάχυνε πολύ η κάθοδός μου.
Να πω την αλήθεια λιγουρεύομαι
κι ένα καινούργιο σώμα να κάθομαι στα μίλια του
και να χαϊδεύω τις αέρινες ρυτίδες της θαλάσσης.
Αλλά θα επικρατήσει τελικά η λογική
του σώματος ετούτου που διαθέτω.

Άπαντα τα λάμδα της θαλάσσης
προσεκτικά να τ’ ανεβάζει ένα ένα
μέσα σε διάφανα μπλε σταγονίδια μη σπάσουν
ο γερανός του γλάρου.

Ποια θάλασσα;
Σκέτο νερό πειρατής οφθαλμαπάτης.
Πρόσφυγας εκ της μακρινής κοσμογονίας.
Εκμαυλιστικά απέραντο χάρη στις βαραθρώσεις
σχιζοειδής οξυθυμίες αρχικά του σύμπαντος.
Οφθαλμοπόρνος της ιερόδουλης φυγής.

Ποια θάλασσα;
Καιρός να επικρατήσει η λογική
του σώματος ετούτου που διαθέτεις.

Ντύσου και κολύμπα.
(Απαγορεύεται η ρίψις δακρύων.
Είναι που είναι από μόνη της αλμυρή
λύσσα η ωριμότης).


(Από την συλλογή Ενός λεπτού μαζί)


"Ούτως ή άλλως" της Κικής Δημουλά

Ένας κούφιος θόρυβος έπεσε στο μπαλκόνι
σαν κουκούτσι από σταφύλι που έτρωγε το φως
ή πως μου πέταξε η θάλασσα ξερή
την κόρα μόνο ενός κυματισμού
την ψίχα ως συνήθως θα πρόλαβε ν' αρπάξει 
άλλο πιο επιδέξιο από μένα μακροβούτι. 


Ανάσκελο ένα ξέπνοο τζιτζίκι.
Τροχαίο ατύχημα υποθέτω - αν καταδεχόταν
να φοράει το κράνος της η παραφορά
σήμερα θα ήτανε μια πολύ επιτυχημένη 
αντιφατικότης. 


Όπως και να' ναι στο σημείο της πτώσης
γούβωσε λίγο ο Αύγουστος.


Θα παραγεμίσω αμέσως αυτή τη λακκούβα
με μπάζα περσινά
μην έρθει και κάνει κατάληψη
πάλι καμιά επίσπευση με το συγγενολόι της.


Τι γυφταριό! Κοιμούνται όλοι μαζί στρωματσάδα
κατάσαρκα επάνω στο πτώμα.


(Από τη συλλογή Η Εφηβεία της Λήθης)




Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

"Η Αληθινή Απολογία του Σωκράτη" του Κώστα Βάρναλη / Ο Βάρναλης, ο Παράδεισος και η Σοσιαλιστική Μασέλα



My rating: 4 of 5 stars


Ένα εξαιρετικό κείμενο, ένα μάθημα σάτιρας ίσως, γραμμένο σε μια γάργαρη δημοτική γλώσσα. Ο Ρίτσος το περιγράφει σαν ένα "αριστούργημα της νεοελληνικής πεζογραφίας, όπου αίσθημα, στόχαση, λόγος, δένονται σε μια μοναδική, αδιάσπαστη ενότητα". Και ο Παλαμάς σε επιστολή του προς τον Βάρναλη γράφει μεταξύ άλλων: "Διαβάζοντάς σε σημείωσα κάπου στο περιθώριο: Η αρχαιογνωσία μαζί με την κοροϊδία χορεύουν καρσιλαμά. Α! η κοροιδία! της απευθύνεις καλέσματα συγκινητικά. Είναι η Μούσα σου. Ο υπαινιγμός κι ο αναχρονισμός. Συγχρονίζονται. Δυο θεράποντες του τεχνίτη υπάκουοι κάνουν ένα επαναστατικό δαιμόνιο. Κάνουν το Σωκράτη, από αρχαίο μοντέρνο, χωρίς μήτε του αρχαϊσμού μήτε ο μοντερνισμός να ζημιώνεται. Προστατεύει και τους δυο ο λυρισμός".

Να προσθέσω ότι η συγκεκριμένη έκδοση του Κέδρου είναι παραπάνω από καλαίσθητη και εικονογραφημένη από τον Ρίτσο.



View all my reviews

Στο περιοδικό "η λέξη", τεύχος 187, υπήρχε ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον Κώστα Βάρναλη, από το οποίο επιλέγω να μεταφέρω εδώ όχι κάποιο άρθρο με αναλύσεις και αποτιμήσεις του έργο του, αλλά κάτι που έγραψε η Άλκη Ζέη για τον φίλο της Βάρναλη. Νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου πως είναι απολαυστικό. 

Ο Βάρναλης, ο Παράδεισος και η Σοσιαλιστική Μασέλα

Δεν ξέρω γιατί εδώ και μερικά χρόνια, δεν βλέπω πια τη Μόσχα στον ύπνο μου. Ενώ ονειρεύομαι το Παρίσι συχνά, τα παιδιά μου μικρά που τα μπερδεύω με τα εγγόνια μου, τον Γιώργο, κι ακόμα τη Σάμο και τα παιδικά μου χρόνια, ανεξήγητα όμως η Μόσχα χάθηκε ξαφνικά από τον υπολογιστή του νου μου. 

Και την έβλεπα πάντοτε σαν μια όμορφη καρτ - ποστάλ, είτε χιονισμένη είτε ανοιξιάτικη. Τα δάση, τις σημύδες και τις λίμνες. 

Λέω τώρα μήπως η ανάμνηση του Βάρναλη στη Μόσχα με κάνει να την ξαναδώ στον ύπνο μου, γιατί μου έχει λείψει. 

Ο Βάρναλης στη Μόσχα! Θα ήταν γύρω στο 1959. Είχα πριν καιρό πάρει το βραβείο Λένιν, μια ακόμα πέτρινα τα χρόνια, δεν έλεγαν να φύγουν και δεν του έδιναν διαβατήριο στην Ελλάδα για τη Σοβιετική - τότε - Ένωση. 

Τον περιμέναμε λοιπόν με λαχτάρα κι ανησυχούσαμε αν θα μπορούσαμε να τον δούμε, αφού στην τελετή της απονομής του βραβείου εμείς οι Έλληνες της Μόσχας, οι πολιτικοί πρόσφυγες, ήμασταν αποκλεισμένοι. Μόλις είχαν αρχίσει σχέσεις Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης. Εμείς, μη έχοντας καμιά επαφή με το ελληνικό κράτος, αφού στους πιο πολλούς είχαν στερήσει την υπηκοότητα, ουσιαστικά δεν υπήρχαμε. Λίγο αργότερα όμως όποιος ερχόταν από την Ελλάδα, είτε επίσημος, είτε ανεπίσημος, ζητούσε να συναντηθεί μαζί μας. 

-Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου, μας είπανε πως φώναζε ο Βάρναλης σαν πεισματάρικο μικρό παιδί, όταν δεν μας είδε πουθενά σε καμιά από τις επίσημες εκδηλώσεις που του έκαναν. 

Μια μέρα πήραμε ένα οργισμένο τηλεφώνημά του. 
-Αύριο θα έρθω να σας δω, αν δεν με φέρουν θα δραπετεύσω. 
- Πού είστε; τον ρωτήσαμε. 
-Στον παράδεισο, είπε πιο θυμωμένα ακόμα, σ' ένα αναπαυτήριο που είναι βαρετό σαν τον παράδεισο.

Μόλις μας είπε πού βρισκότανε, καταλάβαμε αμέσως. Τον είχαν στείλει να ξεκουραστεί μαζί με τη γυναίκα του τη Δώρα σε ένα μαγευτικό μέρος στα περίχωρα της Μόσχας. Εκεί πήγαιναν τα στελέχη του κόμματος και διαλεχτοί ξένοι από όλο τον κόσμο. Δάσος, σημύδες, λίμνες και ησυχία απόλυτη. Ήματαν όμως σίγουροι πως ο Βάρναλης, κλεισμένος εκεί, και με τη Δώρα μάλιστα, δεν θα μπορούσε να το αντέξει.

Την άλλη μέρα από το τηλεφώνημα, ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο στάθηκε έξω από την πολυκατοικία μας κι έκανε τους γείτονές μας να λαχταρίσουν. Ήταν νωρίς το' απόγευμα κι ο οδηγός μας έφερε τον Βάρναλη - μόνο του, χωρίς τη Δώρα - είπε πως θα τον έπαιρνε πίσω πριν τις έξι, για να προλάβει το βραδινό φαγητό. 
-Μπορούμε να του δώσουμε να φάει κάτι εμείς, αστειεύτηκε ο Γιώργος, μα ο οδηγός δεν το εκτίμησε καθόλου. 
-Αυτή την εντολή έχω, απάντησε ξερά. 
Ευτυχώς ο Βάρναλης δεν κατάλαβε τον διάλογο. 
Όσα πολλά χρόνια κι αν πέρασαν, τη θυμάμαι κείνη τη μέρα σα να ήτανε χτες. Ο Βάρναλης, καθισμένος σε μια πολυθρόνα και δίπλα του σ' ένα τραπεζάκι ένα ποτηράκι βότκα, να προσπαθεί να μιλήσει, μα ψεύδιζε, κι αυτό τον έκανε έξω φρενών. 

Ψευδά και ψευδά μας διηγήθηκε με θυμό και χιούμορ τη διαμονή του στον... παράδεισο. 

-Όλες οι μέρες είναι ίδιες. Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρως, ξανακοιμάσαι κι ακούς μόνο τα πουλάκια να κελαηδάνε και τη Δώρα να μουρμουρίζει. 

Εκεί που μένανε, μέσα στο πάρκο είχε μια λίμνη και βαρκούλες που μπορούσες να κάνεις βόλτες. Τέτοιο τοπίο θα το ζήλευε καθένας, έξω από κείνον, που βαριότανε. Πήγαινε όμως τη βόλτα, για να περάσει η ώρα που δεν πέρναγε με τίποτα. Μπήκανε λοιπόν χτες σε μια βαρκούλα. Κάποιος τραβούσε κουπί κι εκείνος καθισμένος απέναντι στη Δώρα έβρεχε το χέρι του μέσα στο νερό. Παραδέχτηκε ότι γκρίνιαζε όλη την ώρα. Κλεισμένος στον παράδεισο, ενώ ήθελε να δει κόσμο, να κουβεντιάσει. Δεν ήτανε κουρασμένος για να'χει ανάγκη τόση απόλυτη ξεκούραση, που να σε κάνει να μην μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Γκρίνιαζε λοιπόν, αφού δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Η Δώρα άρχισε να τον λέει αχάριστο, που οι άνθρωποι τον περιποιόνταν τόσο και που του δώσανε και το Βραβείο Λένιν. Τότε άναψε και φούντωσε εκείνος κι αρχίσανε τρικούβερτο καβγά. Αυτός που τράβαγε κουπί έκανε πως δεν άκουγε κι ούτε τους κοιτούσε. Μια στιγμή ο καβγάς κορύφωσε, όταν η Δώρα του είπε:

- Δεν έπρεπε να σου δώσουνε το βραβείο Λένιν, αφού εσύ στα νιάτα σου ήσουνα βασιλικός, ενώ εγώ πάντα ήμουνα δημοκράτισσα. 

Ποιος είδε τον Θεό και δεν το φοβήθηκε! Εκείνος άρχισε να στριγγλίζει και θα έμεινε κάμποσο φαίνεται με το στόμα ανοιχτό, γιατί η Δώρα του άρπαξε ξαφνικά τη μασέλα και την πέταξε στη λίμνη! Σηκώθηκε τότε όρθιος να την αρπάξει από το μαλλί, μα η βάρκα άρχισε να σκαμπανεβάζει κι αυτός που τραβούσε κουπί, τρομαγμένος, τους έδειχνε να καθίσουν στις θέσεις τους. Κάθησαν βέβαια ακίνητοι, με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο και μόλις βγήκαν από τη βάρκα, πριν πάνε στο δωμάτιό τους, φώναξαν τον διερμηνέα. Ήτανε μια πολύ συμπαθητική γυναίκα, που λάτρευε τον Βάρναλη. Εκείνος, για να μη γίνουν ρεζίλι, της είπε πως έσκυψε να πάρει νερό από τη λίμνη να δροσίσει το πρόσωπό του και του έπεσε η μασέλα. Είχε μια παλιά μαζί του, μα ήτανε χάλια. Ας ψάχνανε στον πάτο της λίμνης να του βρουν την άλλη. Η διερμηνέας του είπε να μην ανησυχεί και πως αύριο κιόλας θα φρόντιζε να του στείλουν οδοντοτεχνικό να του πάρει μέτρα και να του κάνουν δώρο μια ολοκαίνουργια μασέλα. 

Όταν έφυγε, ο Βάρναλης τα έβαλε φυσικά με τη Δώρα. 

-Εγώ, της είπε, σοβιετική μασέλα δεν βάζω. Μπορεί να έχουν κάνει σ' αυτόν τον τόπο μεγάλα επιτεύγματα και μπαλέτο σαν κι αυτό που είδαμε να μην έχω ξαναδεί, αλλά μασέλες δεν ξέρουν να φτιάχνουν. 

Τους είχε δει όλους όταν πήγαιναν για φαγητό στην τραπεζαρία. Μια κοψιά, ίδιο χαμόγελο. Θα μπορούσε κάλλιστα ο ένας να δανείζει τη μασέλα του στον άλλο. Η Δώρα είπε πάλι, πως τσάμπα του δώσανε το βραβείο Λένιν, για να τον κάνει ξανά έξαλλο.

-Ας το πάρουν πίσω, της είπε, μα σοβιετική μασέλα δεν βάζω. 

Όπως χαθήκανε το όνειρά μου για τη Μόσχα, έτσι χάθηκε κι από τη μνήμη μου αν ξανάδαμε το Βάρναλη πριν φύγει. Θυμάμαι με λεπτομέρειες έναν - έναν όσους είχαν έρθει στη Μόσχα σπίτι μας, τι φάγαμε, τι κουβεντιάσαμε. Θυμάμαι τι φορούσαν ο Ελύτης, η Άννα Συνοδινού, ο Εμπειρίκος κι ο Κουκούλας, ο Κτίρας, η Μανωλίδου κι ένα σωρό άλλοι. Μα από τον Βάρναλη δεν θυμάμαι τίποτ' άλλο. Μήπως δεν το ξαναείδαμε, δεν μας τον ξανάφεραν, παρ' όλο που είμαι σίγουρη πως εκείνος θα χτυπούσε τα πόδια και θα' λεγε: 

- Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου. 

Πάντως, έφυγε με την παλιά του μασέλα. Μου το είπε, αρκετά χρόνια μετά, η διερμηνέας του.  

Αφοπλιστικά γλαφυρός ο τρόπος που η Άλκη Ζέη ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας αυτή της την ανάμνηση. Κι εγώ, ομολογώ, σκέφτομαι πως ο Βάρναλης, δεν έγραψε την Αληθινή Απολογία του Σωκράτη, μόνο επειδή τον γοήτευε η προσωπικότητα και η προσφορά του αρχαίου φιλοσόφου στον παγκόσμιο πολιτισμό, αλλά και για έναν ακόμα λόγο: επειδή ίσως ο Βάρναλης ταυτιζόταν μαζί του, όσον αφορά τη σχέση του Σωκράτη με τη σύζυγό του. Απ΄ όσα τουλάχιστον λέγονται, το ζεύγος Σωκράτης - Ξανθίππη πρέπει να είχε πολλά κοινά με το ζεύγος Βάρναλης - Δώρα.



"Η Γιορτή της Ασημαντότητας" του Μίλαν Κούντερα



Μεγάλες οι προσδοκίες, όταν πρόκειται για το όνομα του Κούντερα. Ακόμα μεγαλύτερες όταν έχω δει σε διάφορες βιβλιοκριτικές να λέγεται ότι Η Γιορτή της Ασημαντότητας έρχεται σαν μια σύνοψη όλου του μυθιστορηματικού έργου του συγγραφέα. Και πράγματι, σκεφτόμουν πριν ακόμα διαβάσω το βιβλίο, ακόμα και από τον τίτλο καταλαβαίνει κανείς ότι ο Κούντερα μ' αυτό του το μυθιστόρημα επιστρέφει σε ένα προσφιλές του θέμα, την ασημαντότητα της ύπαρξης, που κάποτε την είχε περιγράψει ως αβάσταχτη ελαφρότητα.

Μεγάλες οι προσδοκίες, λοιπόν, και ίσως αυτό από μόνο του να ήταν ένας παράγοντας που είχε ανασταλτική δράση στην ανάγνωσή μου. Όχι ότι το βρήκα κακό. Αλλά δεν κατάφερε το βιβλίο αυτό να με κάνει να θαυμάσω το πνεύμα και την οξεία αντίληψη του Κούντερα, όπως έχει συμβεί με όλα τα υπόλοιπα βιβλία του.

Στο βιβλίο περιγράφεται η παρέα πέντε αντρών, πέντε Γάλλων, με φόντο το σύγχρονο Παρίσι και με τον κήπο του Λουξεμβούργου να επανέρχεται στην αφήγηση αρκετά συχνά. Οι ήρωες είναι όλοι μεγάλοι, πάνω από τα 40, ίσως και τα 50, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η ηλικία τους. Για τον έναν μόνο μαθαίνουμε ότι είναι συνταξιούχος.

Παρακολουθούμε τις συζητήσεις τους, τις σχέσεις τους, τόσο τις αναμεταξύ τους σχέσεις όσο και με τους άλλους, τις σκέψεις τους, τις αντιδράσεις τους. Στην ουσία ο Κούντερα θέλει να μας πείσει το πόσο μάταια και ασήμαντα είναι τελικά όλα αυτά τα οποία σε διάφορες φάσεις της ζωής μας θεωρούμε σημαντικά. Είναι στιγμές που το πετυχαίνει, αλλά γενικότερα θα έλεγα ότι δεν το πετυχαίνει με τον τρόπο που μας έχει συνηθίσει: αφήνοντας τον αναγνώστη να θαυμάζει τον τρόπο με τον οποίο του αποκαλύφθηκε κάποια αλήθεια.

Τέλος, κατά την ταπεινή μου άποψη, η μεταφορά με τον αφαλό, είναι αδύναμη και τελικά ανεπιτυχής και ατυχής. Αλλά επειδή αυτό είναι ακατανόητο σε όποιον δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, μεταφέρω εδώ ένα απόσπασμα:

"Οι μηροί, το στήθος και τα οπίσθια έχουν διαφορετικό σχήμα σε κάθε γυναίκα. Αυτές οι τρεις πολύτιμες περιοχές δεν είναι λοιπόν απλώς ερεθιστικές, αλλά εκφράζουν ταυτόχρονα την ατομικότητα μιας  γυναίκας. Δεν μπορεί να γελαστείς σχετικά με τα οπίσθια αυτής που αγαπάς. Τα αγαπημένα οπίσθια θα τα αναγνώριζες ανάμεσα σ' εκατοντάδες άλλα. Όμως δεν μπορείς να ταυτίσεις τη γυναίκα που αγαπάς από τον αφαλό της. Όλοι οι αφαλοί είναι ίδιοι".

Πρόκειται για μία κεντρική μεταφορά του μυθιστορήματος, άλλωστε το βιβλίο ξεκινάει με τον έναν από τους ήρωές μας να περπατάει στο πάρκο του Λουξεμβούργου και να χαζεύει τους αφαλούς των κοριτσιών, που η μόδα προστάζει να είναι εμφανείς. Ο Κούντερα χρησιμοποιεί αυτήν την μεταφορά στη συνέχεια, για να βγάλει κάποια συμπεράσμτα για τις σύγχρονες ερωτικές σχέσεις. Στο μυαλό το δικό μου, όμως, πρόκειται για εντελώς ανεπιτυχή μεταφορά, αφού οι αφαλοί δεν είναι ίδιοι. Διαφέρουν από άτομο σε άτομο, όπως ακριβώς και τα οπίσθια, το στήθος, οι μηροί. 

Τελειώνοντας να προσθέσω ότι σίγουρα υπάρχουν καλές στιγμές στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα η ιστορία με τον Στάλιν, ή η επινόηση μιας ψεύτικης γλώσσας από τους δύο φίλους. Ένα άλλο στοιχείο που μου άρεσε είναι η μετάβαση στο φανταστικό από το ρεαλιστικό, μέσα από την ιστορία του Αλαίν. Προσφιλέστατο το παιχνίδισμα φαντασία / πραγματικότητα στον Κούντερα και για άλλη μια φορά, το στρατολογεί και μας το προσφέρει απολαυστικότατο.

Τελικό ερώτημα που αφήνει ο συγγραφέας να αιωρείται πάνω από κεφάλια μας: 

Ο σημερινός άνθρωπος έχει κέφι; Κάνει πλάκα; Ή μήπως (εντελώς βλακωδώς) παίρνει τα πάντα εντελώς σοβαρά;

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

"Κατά του φανατισμού" του Άμος Οζ

Είμαστε αυτό που κάνουμε του Γιώργου Κυρίτση (πηγή)


Ένας διπλός κίνδυνος εκφασισμού απειλεί τις δυτικές κοινωνίες και μαζί τους, ακόμα περισσότερο, τη χειμαζόμενη και φοβική ελληνική. Η μία όψη του είναι ο παραδοσιακός αντισημιτισμός και η επικαιροποιημένη δαιμονοποίηση των Εβραίων μέσα από την ταύτισή τους με τα εγκλήματα του κράτους του Ισραήλ. Η άλλη όψη του είναι πιο μοντέρνα, ο αντιμουσουλμανισμός που περνάει μέσα από την ταύτιση των μουσουλμάνων με τους τζιχαντιστές. Το βλέπουμε στην Ελλάδα, αλλά και στη Γαλλία, τη Ρωσία και στις ΗΠΑ.
Η εγγενής αντίφαση των δύο δεν τις εμποδίζει να συγκροτούν επιμέρους εκδοχές μιας νέας αναβαπτισμένης Ακροδεξιάς που μισεί τους Εβραίους και τους αποδίδει και όλες τις ιδιότητες που ξεκινούν από το στερεότυπο του τοκογλύφου Σάιλοκ και φτάνουν στις σύγχρονες θεωρίες συνωμοσίας του "σιωνιστικού διευθυντηρίου" που ελέγχει τον πλανήτη (και, φυσικά, επιβουλεύεται ειδικά τους Έλληνες). Της ίδιας Ακροδεξιάς που, στην εκδοχή του "ακραίου κέντρου", μισεί ταυτόχρονα τους μουσουλμάνους και τους θεωρεί την υπ' αριθμόν ένα απειλή για τον δυτικό τρόπο ζωής και τις κοινωνίες που μετέχουν σ' αυτόν. Και οι δύο εκδοχές χαιρετίζουν την πολιτική πυγμής, και οι δύο εκδοχές τείνουν αυτόματα να εμπιστεύονται τους ανθρώπους με στολές και όπλα όταν έχουν απέναντί τους ξυπόλυτους με πέτρες. Είναι "ρεαλιστές".
Οι ίδιοι άνθρωποι θεωρούν διαβολικό το Ισραήλ όταν σκοτώνει μητέρες και μωρά στη Γάζα "σε αυτοάμυνα", δείχνουν όμως κατανόηση όταν η Ελλάδα πνίγει στο Φαρμακονήσι μητέρες με μωρά που προσπαθούν να σωθούν από μέρη σαν τη Γάζα, επειδή πρέπει "να ανακαταλάβει τις πόλεις της από τους λαθρομετανάστες". Διότι "εμείς είμαστε άλλο", δικαιολογούνται. Όμως δεν είμαστε άλλο, είμαστε αυτό που κάνουμε...

Το παραπάνω, πολύ σωστό κατ' εμέ, κείμενο του Γιώργου Κυρίτση, μου θύμισε το βιβλίο του Ισραηλινού συγγραφέα Άμος Οζ, Κατά του Φανατισμού, γραμμένο το 2002, το οποίο μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρο παρά ποτέ. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις Καστανιώτη και αποτελείται από τρία κείμενα, που στόχο έχουν να εντοπίσουν τη φύση και τη ρίζα του φανατισμού, του φανατισμού τον οποίο καταγγέλει ο Οζ και μαζί του κι εγώ, σε οποιαδήποτε μορφή του. Ακολουθεί η αρχή του πρώτου από τα τρία κείμενα, που έχει τίτλο "Πώς θεραπεύεις ένα φανατικό".






Πώς θεραπεύεις ένα φανατικό


Πώς  θεραπεύουμε λοιπόν ένα φανατικό; Η εξαπόλυση κυνηγητού εναντίον μιας ομάδας φανατικών στα βουνά του Αφγανιστάν είναι ένας τρόπος. Η καταπολέμηση του φανατισμού όμως είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Φοβάμαι ότι δεν έχω κάτι το ιδιαίτερο να προσφέρω σχετικά με τη σύλληψη των φανατικών στα βουνά, έχω ωστόσο μερικές σκέψεις σχετικά με τη φύση του φανατισμού και με τα μέσα, αν όχι της θεραπείας του, τουλάχιστον του περιορισμού του.
Η επίθεση κατά της Αμερικής στις 11 Σεπτεμβρίου δε σχετιζόταν με τη φτώχεια που στρέφεται κατά του πλούτου. Η φτώχεια κατά του πλούτου είναι ένα από τα φοβερότερα προβλήματα του κόσμου αλλά κάνουμε λάθος διάγνωση για αυτές τις τρομοκρατικές επιθέσεις, αν πιστεύουμε απλώς ότι επρόκειτο για επίθεση των φτωχών κατά των πλουσίων. Το θέμα δεν είχε να κάνει με τους «έχοντες» και τους «μη έχοντες». Αν τα πράγματα ήσαν τόσο απλά, θα περίμενε κανείς η επίθεση να προέλθει από την Αφρική, από τους πιο φτωχούς, και ίσως να στρεφόταν κατά της Σαουδικής Αραβίας και του Περσικού Κόλπου, των πετρελαιοπαραγωγικών χωρών, των πιο πλούσιων. Όχι, εδώ έχουμε να κάνουμε με αγώνα ανάμεσα σε φανατικούς, που πιστεύουν ότι ο σκοπός, οποιοσδήποτε σκοπός, δικαιολογεί τα μέσα, και στους υπόλοιπους από εμάς, που πιστεύουν ότι η ζωή είναι ένας σκοπός και όχι μια έννοια. Είναι ένας αγώνας μεταξύ εκείνων, από τη μία πλευρά, που πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη, ό,τι κι αν εννοούν με τη λέξη αυτή, είναι πιο σημαντική από τη ζωή και εκείνων από εμάς που πιστεύουν ότι η ζωή είναι ανώτερη όλων των άλλων αξιών, πεποιθήσεων ή θρησκειών. Η σύγχρονη κρίση στον κόσμο, στη Μέση Ανατολή, στο Ισραήλ και στην Παλαιστίνη, δεν έχει να κάνει με τις αξίες του Ισλάμ. Δεν έχει να κάνει με τη νοοτροπία των Αράβων, όπως ισχυρίζονται μερικοί ρατσιστές – καθόλου. Πρόκειται για την παλιά διαμάχη μεταξύ φανατισμού και πραγματισμού. Μεταξύ φανατισμού και πλουραλισμού. Μεταξύ φανατισμού και ανεκτικότητας. Η 11η Σεπτεμβρίου δεν είχε καν σχέση με το αν η Αμερική είναι καλή ή κακή, αν ο καπιταλισμός είναι κακός ή αναπότρεπτος, αν πρέπει να μπει τέλος στην παγκοσμιοποίηση ή όχι. Είχε να κάνει με έναν τυπικό φανατικό ισχυρισμό: αν πιστεύω ότι κάτι είναι κακό, θα το εξοντώσω μαζί με ότι το περιβάλλει. 

Ο φανατισμός προϋπάρχει του Ισλάμ, προϋπάρχει του χριστιανισμού, προϋπάρχει του ιουδαϊσμού, προϋπάρχει όλων των κρατών και των κυβερνήσεων και των πολιτικών συστημάτων, προϋπάρχει οποιασδήποτε ιδεολογίας ή θρησκείας στον κόσμο. Ο φανατισμός αποτελεί, δυστυχώς, ένα διαρκές συστατικό της ανθρώπινης φύσης. Είναι κάπως σαν ένα κακό γονίδιο, αν προτιμάτε. Οι άνθρωποι που τινάζουν στον αέρα κλινικές αμβλώσεων στην Αμερική, εκείνοι που πυρπολούν τεμένη και συναγωγές στην Ευρώπη διαφέρουν από τον Μπιν Λάντεν μόνο σε ό,τι αφορά την κλίμακα των εγκλημάτων τους, αλλά όχι σε ό,τι αφορά τη φύση τους...