Πιθανότατα το πιο γνωστό γνωστό μυθιστόρημα της Βιρτζίνιας Γουλφ, Η Κυρία Ντάλογουεη είναι από τα βιβλία που θα αποκτήσουν είτε εραστές είτε εχθρούς (και μάλλον αυτό συμβαίνει με ολόκληρο το έργο της Γουλφ). Η αιτία είναι το λογοτεχνικό ρεύμα που επέλεξε να υπηρετήσει η κορυφαία Βρετανίδα συγγραφέας, δηλαδή ο μοντερνισμός. Για το ρεύμα αυτό έχουμε κάνει μια μικρή εισαγωγή σε προηγούμενη ανάρτηση.
Το μυθιστόρημα περιγράφει μια μέρα από τη ζωή της πενηνταδυάχρονης Κλαρίσσας Ντάλογουεη, από το πρωί που θα βγει για να αγοράσει λουλούδια για τη δεξίωση που θα δώσει το βράδυ μέχρι αργά τη νύχτα που η δεξίωση, απόλυτα επιτυχημένη, βαδίζει προς το τέλος της. Μέσα σε αυτές τις λιγότερες από 24 ώρες, ο αναγνώστης παρακολουθεί τις κινήσεις της ηρωίδας, αλλά οι πιο πολλές απ' τις κινήσεις αυτές είναι νοητικές παρά σωματικές. Παρακολουθούμε δηλαδή τις σκέψεις της Κλαρίσσας, σκέψεις που μπορεί να αναδυθούν στο μυαλό της από την επίσκεψη ενός φίλου, από τη θέα του δωματίου της, από μια πρόσκληση σε γεύμα που δέχτηκε ο σύζυγός της. Κινούμαστε διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν της Κλαρίσσας, μιας γυναίκας που έχοντας επιλέξει τον τρόπο που ήθελε να ζήσει, ατενίζει το παρελθόν και αναρωτιέται αν έκανε κάποια λάθος επιλογή ή όχι.
Αλλά το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι υπαρξιακό. Για την ακρίβεια, στις λιγοστές για μυθιστόρημα σελίδες του (λίγο περισσότερες από 200) καταπιάνεται με πολλά και δύσκολα θέματα, τις σχέσεις αντρών και γυναικών, τον έρωτα, την τυπικότητα και τον καθωπρεπισμό της Βρετανίας, τη βασιλεία σαν πολίτευμα, την δουλικότητα, τις ψυχικές διαταραχές και τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν την εποχή της Γουλφ.
Εδώ να πούμε παρενθετικά ότι η Γουλφ βασανιζόταν από κάποια ψυχική διαταραχή και είχε βιώσει από κοντά όλο το φάσμα των θεραπειών και των προσεγγίσεων των γιατρών σ' αυτές τις περιπτώσεις και σίγουρα θέλει να τα καταγγείλει.
Υπάρχει και μια δευτερεύουσα πλοκή στο μυθιστόρημα, αυτή του Σέπτιμου Γουώρεν Σμιθ, ενός νεαρού που μόλις έχει επιστρέψει από το μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι εφιάλτες του πολέμου έχουν σημαδέψει τον νεαρό που δεν μπορεί να συνέλθει με τίποτα και να ξαναρχίσει τη ζωή του. Έτσι, επισκέπτεται διάφορους γιατρούς που έχουν τη φήμη ότι ειδικεύονται σε περιπτώσεις σαν τη δική του. Αλλά στο τέλος, το μόνο που καταφέρνουν οι γιατροί είναι να γίνουν μάρτυρες του τραγικού τέλους που επιλέγει ο ασθενής τους να δώσει στη ζωή του.
Οι δύο πλοκές, της Κλαρίσας και του Σέπτιμου, ενώ σε όλη την έκταση του βιβλίου είναι ανεξάρτητες, στο τέλος συνδέονται με κάποιο τρόπο και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο.
Είναι πραγματικά πάρα πολλά αυτά που θα μπορούσε να πει κανείς για την Κυρία Ντάλογουεη. Αλλά πιστεύω ότι είναι προτιμότερο θα παραθέσω μερικά πολύ όμορφα αποσπάσματα από το βιβλίο.
Στο πρώτο απόσπασμα η Γουλφ μιλάει για το μίσος:
Και κάποιες σκέψεις που δημιουργούνται στην Κλαρίσσα από τον συνεχή απολογισμό της ζωής της:

Η Βιτζίνια Γουλφ σε νεαρή και ώριμη ηλικία
Το μυθιστόρημα περιγράφει μια μέρα από τη ζωή της πενηνταδυάχρονης Κλαρίσσας Ντάλογουεη, από το πρωί που θα βγει για να αγοράσει λουλούδια για τη δεξίωση που θα δώσει το βράδυ μέχρι αργά τη νύχτα που η δεξίωση, απόλυτα επιτυχημένη, βαδίζει προς το τέλος της. Μέσα σε αυτές τις λιγότερες από 24 ώρες, ο αναγνώστης παρακολουθεί τις κινήσεις της ηρωίδας, αλλά οι πιο πολλές απ' τις κινήσεις αυτές είναι νοητικές παρά σωματικές. Παρακολουθούμε δηλαδή τις σκέψεις της Κλαρίσσας, σκέψεις που μπορεί να αναδυθούν στο μυαλό της από την επίσκεψη ενός φίλου, από τη θέα του δωματίου της, από μια πρόσκληση σε γεύμα που δέχτηκε ο σύζυγός της. Κινούμαστε διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν της Κλαρίσσας, μιας γυναίκας που έχοντας επιλέξει τον τρόπο που ήθελε να ζήσει, ατενίζει το παρελθόν και αναρωτιέται αν έκανε κάποια λάθος επιλογή ή όχι.
Αλλά το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι υπαρξιακό. Για την ακρίβεια, στις λιγοστές για μυθιστόρημα σελίδες του (λίγο περισσότερες από 200) καταπιάνεται με πολλά και δύσκολα θέματα, τις σχέσεις αντρών και γυναικών, τον έρωτα, την τυπικότητα και τον καθωπρεπισμό της Βρετανίας, τη βασιλεία σαν πολίτευμα, την δουλικότητα, τις ψυχικές διαταραχές και τον τρόπο που αντιμετωπίζονταν την εποχή της Γουλφ.
Εδώ να πούμε παρενθετικά ότι η Γουλφ βασανιζόταν από κάποια ψυχική διαταραχή και είχε βιώσει από κοντά όλο το φάσμα των θεραπειών και των προσεγγίσεων των γιατρών σ' αυτές τις περιπτώσεις και σίγουρα θέλει να τα καταγγείλει.
Υπάρχει και μια δευτερεύουσα πλοκή στο μυθιστόρημα, αυτή του Σέπτιμου Γουώρεν Σμιθ, ενός νεαρού που μόλις έχει επιστρέψει από το μέτωπο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Οι εφιάλτες του πολέμου έχουν σημαδέψει τον νεαρό που δεν μπορεί να συνέλθει με τίποτα και να ξαναρχίσει τη ζωή του. Έτσι, επισκέπτεται διάφορους γιατρούς που έχουν τη φήμη ότι ειδικεύονται σε περιπτώσεις σαν τη δική του. Αλλά στο τέλος, το μόνο που καταφέρνουν οι γιατροί είναι να γίνουν μάρτυρες του τραγικού τέλους που επιλέγει ο ασθενής τους να δώσει στη ζωή του.
Οι δύο πλοκές, της Κλαρίσας και του Σέπτιμου, ενώ σε όλη την έκταση του βιβλίου είναι ανεξάρτητες, στο τέλος συνδέονται με κάποιο τρόπο και το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο.
Είναι πραγματικά πάρα πολλά αυτά που θα μπορούσε να πει κανείς για την Κυρία Ντάλογουεη. Αλλά πιστεύω ότι είναι προτιμότερο θα παραθέσω μερικά πολύ όμορφα αποσπάσματα από το βιβλίο.
Στο πρώτο απόσπασμα η Γουλφ μιλάει για το μίσος:
"Προς το παρόν της έδινε στα νεύρα αυτό το απαίσιο τέρας που ενέδρευε στα σπλάχνα της. Μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, στο παρθένο δάσος της ψυχής, άκουγε αίφνης κλαδιά να σπάζουν και τις οπλές του να βουλιάζουν βαριές στη γη. Της χαλούσε τη χαρά της, τη γέμιζε ανασφάλεια, ανά πάσα στιγμή υπήρχε η πιθανότητα να σαλέψει το τέρας, να βγει στην επιφάνεια εκείνο το μίσος που είχε τη δύναμη, ιδιαίτερα απ' την αρρώστια της και μετά, να της γδέρνει τη ραχοκοκαλιά. Της προξενούσε πόνο σωματικό, κατέστρεφε όλη την ικανοποίηση που της έδιναν τα όμορφα πράγματα, η φιλία, η αίσθηση πως είναι υγιής, η αγάπη. Το όμορφο σπιτικό της κλυδωνιζόταν κι έτρεμε έτοιμο να καταρρεύσει σαν να του έσκαβε αληθινά τις ρίζες ένα θηρίο, κι ολόκληρη η πανοπλία της ευτυχίας της καταντούσε απλή φιλαυτία! Αχ, αυτό το μίσος!"
Και κάποιες σκέψεις που δημιουργούνται στην Κλαρίσσα από τον συνεχή απολογισμό της ζωής της:
"Γίνηκε προς στιγμήν το κοριτσάκι που έριχνε ψίχουλα στις πάπιες, ανάμεσα στη μαμά και τον μπαμπά, και ταυτόχρονα η ώριμη γυναίκα που ερχόταν να συναντήσει τους γονείς της δίπλα στη λίμνη, κρατώντας στα δυο της χέρια τα κομμάτια της ζωής της. Καθώς πλησίαζε, γινόντουσαν ολοένα και πιο μεγάλα μέσα στα χέρια της, ώσπου ήρθαν και γίνηκαν μια ζωή ολόκληρη, πλήρης, και την απίθωσε εκεί, μπροστά τους, λέγοντας "Να τι έκανα τη ζωή μου! Ορίστε!" Αλλά τι την είχε κάνει, αλήθεια; Τι;"

Η Βιτζίνια Γουλφ σε νεαρή και ώριμη ηλικία

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου